Κυρ, 21 Ιουλ 2024
Αρχική  > Το βήμα του Αιρετού

Παναγιώτης Καρκατσούλης: Η πυροπροστασία είναι, πρωταρχικά, ευθύνη του κράτους

8/4/2024
* Ο Π. Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμονας δημόσιας διοίκησης, Σύμβουλος ΑΣΕΠ, π. βουλευτής


Οι πρόσφατες αλλεπάλληλες κρίσεις και καταστροφές (covid_19, δασικές πυρκαγιές, Τέμπη) έθεσαν επί τάπητος την οργάνωση της πρόληψης στην Πολιτική Προστασία, την οριζόντια δημόσια πολιτική για την αντιμετώπισή τους.
Το τι συνθέτει την πρόληψη μιας κρίσης η καταστροφής δεν είναι απλό. Πολλά και διαφορετικά εισερχόμενα πρέπει να αξιολογηθούν με κατάλληλες μεθόδους και εργαλεία και να επιλεχθούν τα καταλληλότερα.

Πλην, όμως, ακόμη πιο σημαντικό για την αποτελεσματική πρόληψη είναι η οργάνωση ενός ανθεκτικού δικτύου πληροφόρησης και διαβούλευσης μεταξύ όλων εκείνων που αποτελούν μέρη του.Τρία είναι, σύμφωνα με την βιβλιογραφία και την διεθνή εμπειρία, τα μέρη που συμμετέχουν σ’ ένα δίκτυο πρόληψης: Ο δημόσιος τομέας/ το κράτος (με όποια μορφή κι αν εμφανίζεται- κεντρικό περιφερειακό, τοπικό), ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας που αναλαμβάνει να μετασχηματίσει επιχειρησιακά τις στρατηγικές και πολιτικές προτεραιότητες του κράτους και η κοινωνία πολιτών. Ειδικά, όσον αφορά την τελευταία, η σημασία και η αξία της βαίνει διαρκώςαυξανόμενη, αφού, πλέον, η ένταση και η συχνότητα των κρίσεων και των καταστροφών επιτάσσει τησυστράτευση του συνόλου των ενεργών κοινωνικών δυνάμεων.

Στην περίπτωση, όμως, του κανονισμού πυροπροστασίας για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός και πλησίον δασικών εκτάσεων (ΦΕΚ 2475/23-5-2023) οι βασικοί κανόνες οργάνωσης ενόςσυστήματος πρόληψης παραβιάστηκαν.Η βασικότερη παραβίαση είναι ότι οι πολίτες που είναι κάτοχοι των ακινήτων δεν θεωρούνται ότι ανήκουν στην κοινωνία πολιτών αλλά επιχειρείται να υποκαταστήσουν το κράτος και την οργανωμένη πολιτεία στην εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής.

Ο κανονισμός δημοσιεύθηκε υπό την μορφή μιας κοινής υπουργικής απόφασης 60 σελίδων των υφυπουργών Περιβάλλοντος και Πολιτικής Προστασίας και του Αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών και περιλαμβάνει πολλές τεχνικές λεπτομέρειες. Οι περισσότερες απ’ αυτές απευθύνονται σε ειδικούς (βλ. μηχανικούς), ενώ άλλες είναι, απλώς, περιττές. Από τετριμμένες διατυπώσεις του τύπου «οι απαιτήσεις που τίθενται στον παρόντα (κανονισμό) είναι υποχρεωτικής εφαρμογής» , όταν, ως γνωστόν, όλοι οι νόμοι είναι υποχρεωτικά εφαρμόσιμοι, μέχρι την περιγραφή της ουσίας του, ο κανονισμός αυτός δεν γράφτηκε έχοντας στο επίκεντρό του τον πολίτη.

Είναι χαρακτηριστική η οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής που επιχειρεί:
«Ο κανονισμός αφορά όλα τα οικόπεδα ή γήπεδα στα οποία έχουν ανεγερθεί κτίρια και:

 Βρίσκονται μέσα σε δάση, δασικές εκτάσεις και χορτολιβαδικές εκτάσεις και ειδικότερα, σε δάση ή δασικά οικοσυστήματα ή δασικές εκτάσεις των παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ν.998/79.

 Σε χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών της παρ. 1 του άρθρου 5 π.δ. 32/2016, είτε είναι δημόσιες, είτε είναι αναγνωρισμένες ως ιδιωτικές.

 Βρίσκονται εν όλω ή εν μέρει εντός ακτίνας τριακοσίων (300) µέτρων από τα όρια των εκτάσεων της ανωτέρω περίπτωσης α.

 Βρίσκονται μέσα σε περιαστικό πράσινο και σε κηρυγμένες δασωτέες ή αναδασωτέες εκτάσεις, της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν.998/79, όπως ισχύει.

 Βρίσκονται εντός ακτίνας τριακοσίων (300) μέτρων από τα όρια των εκτάσεων της ανωτέρω περίπτωσης γ.

 Βρίσκονται μέσα σε πάρκα και άλση πόλεων και οικιστικών περιοχών, της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν.998/79.»

Ποιος Έλληνας πολίτης μπορεί να κατανοήσει ότι τον αφορά ο κανονισμός αυτός χωρίς να προστρέξει στην βοήθεια ενός μηχανικού, πληρώνοντας, αδρά, τις υπηρεσίες του;
Αλλά για να εφαρμοστεί ο κανονισμός, οι συντάκτες τουδεν απαιτούναπό τον πολίτη μόνον την καταβολή της αμοιβής του μηχανικού αλλά να βάλει το χέρι πολύ βαθιά στην τσέπη του, αφού πρέπει να αντικαταστήσει υδρορροές, τέντες, στέγη, κουφώματα, κλπ.

Σημειωτέον ότι η ΚΥΑ αυτή εκδόθηκε χωρίς να τηρηθούν τα στοιχειώδη προαπαιτούμενα της καλής νομοθέτησης: Χωρίς διαβούλευση με αυτούς που αφορά, χωρίς ανάλυση κόστους-ωφέλειας και χωρίς μελέτη των επιπτώσεών της στους πολίτες και τους ΟΤΑ.

Για την εφαρμογή της δόθηκε προθεσμία σύνταξης ενός εντύπου «αξιολόγησης επικινδυνότητας» και μιας «τεχνικής έκθεσης» ενός αρμόδιου τεχνικού επιστήμονα μέχρι 31.03.2024 και υποβολής δήλωσης εφαρμογής των μέτρων πυρασφάλειας μέχρι 30 Απριλίου 2024.Μετά, όμως,από τις έντονες αντιδράσεις πολιτών και αιρετών, το Υπουργείο Περιβάλλοντος έδωσε νέα παράταση για τηνεκπόνηση της αξιολόγησης της επικινδυνότητας και την υποβολή της τεχνικής έκθεσης έως τις 26/04/2024 ενώ για τη λήψη μέτρων και την υποβολή δήλωσης του ιδιοκτήτη, έως τις 26/05/2024. Τότε, όμως, θα έχει, ήδη, αρχίσει η αντιπυρική περίοδος και ο προληπτικός χαρακτήρας της ρύθμισης θα έχει ακυρωθεί.

Η εφαρμογή του κανονισμού δεν επισωρεύει μόνον οικονομικά βάρη στους ιδιοκτήτες των ακινήτων αλλά και στους ΟΤΑ, αφού αυτοί υποχρεούνται:

 Να καταχωρίζουν τα στοιχεία των ακινήτων σε Ειδικό Μητρώο, έτσι ώστε να είναι διαθέσιμα στις τριμελείς επιτροπές δειγματοληπτικού ελέγχου και να είναι δυνατή η μεταφορά τους στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, όταν τεθεί σε λειτουργία.

 Να συγκροτήσουν τις τριμελείς επιτροπές, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό, οι οποίες απαρτίζονται από έναν δασολόγο ή γεωπόνο, έναν μηχανικό και έναν υπάλληλο του Τμήματος
Πολιτικής Προστασίας του Δήμου καινα διενεργήσουν αυτοψίες και δειγματοληπτικούς ελέγχους κατά την αντιπυρική περίοδο.

 Να ενημερώσουν τους δημότες για την ισχύ του κανονισμού και τις υποχρεώσεις που απορρέουν απ’ αυτόν και ειδικότερα,βάσει των αναρτημένων δασικών χαρτών, να εντοπίσουν τις περιοχές χωρικής αρμοδιότητάς τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για να δώσουν ειδικότερες οδηγίες στους δημότες που διαμένουν σε κτίρια εντός αυτών.

 Να μεριμνήσουν, στην περίπτωση οικισμών που περικλείονται από δασική ή δασώδη έκταση για την έγκαιρη εκπόνηση του εντύπου αξιολόγησης επικινδυνότητας και της τεχνικής έκθεσης και για τη διαμόρφωση των διαβαθμισμένων περιμετρικών ζωνών προστασίας πέριξ των ορίων του οικισμού «σε συνδυασμό με τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων, σε συνεννόηση και συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες και σε εναρμόνιση με τυχόν ισχύοντα σχέδια Πολιτικής Προστασίας για την ασφαλή εκκένωση του οικισμού σε περίπτωση έκτακτου συμβάντος».

Οι συντάκτες του κανονισμού αγνοούν, προδήλως, ότι οι αναφερόμενες τεχνικές Υπηρεσίες των Δήμων πάσχουν από σοβαρήυποστελέχωση σε τεχνικό και επιστημονικό προσωπικό, έχουν ήδη υπερφορτωθεί με πλήθος υποχρεώσεων και είναι αδύνατο να τις φέρουν εγκαίρως σε πέρας τις νέες απαιτήσεις.

Ένας κανονισμός που θα είχε στο επίκεντρο την εφαρμογή του θα αντιμετώπιζε το γεγονός ότι υπάρχουν Δήμοι που δεν έχουν κανέναν υπάλληλο Πολιτικής Προστασίας ή έναν με παράλληλα καθήκοντα.

Ο κανονισμός αυτός πρέπει να αποσυρθεί και να επανέλθει αφού διαμορφωθεί ως μια ρεαλιστική πρόταση πρόληψης των δασικών πυρκαγιών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περιλαμβάνει, οπωσδήποτε, την αξιολόγηση της υφιστάμενης κατάστασης, τη συγκριτική αξιολόγηση των ευρημάτων που έχουν επισημανθεί σε επιστημονικές εργασίες και έρευνες για τη χωρική διακυβέρνηση. Πρέπει να έχει αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής διαβούλευσης, να περιλαμβάνει εναλλακτικές και χρονοδιαγράμματα για την εφαρμογή του και δείκτες απόδοσης προκειμένου να μπορεί να αξιολογηθεί.

Δεν έχει νόημα να παρατίθενται στα παραρτήματα του Κανονισμού χάρτες και πίνακες πυροπληκτότητας όπου εμφαίνεται η διαφορά των περιοχών εκείνων που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο (Λάρισα, Αττική, Ζάκυνθος, Εύβοια, Κυκλάδες, Χίος, Ηλεία) χωρίς να ιεραρχούνται και να κλιμακώνονται, αντίστοιχα, τα μέσα εφαρμογής του.

Εάν, όμως, ο κανονισμός αυτός δεν επανέλθει αναθεωρημένος, τότε θα δικαιωθούν όλοι όσοι πιστεύουν ότι μ’ αυτόν επιχειρείται η μεταφορά μιας υποχρέωσης του κράτους στους πολίτες του. Κι ακόμη χειρότερα, ότι ευνοείται μ’ αυτόν, σκανδαλωδώς,μια συγκεκριμένη επαγγελματικήομάδα, ιδιωτικοποιώντας με τον τρόπο αυτόν μια βασική υποχρέωση της Πολιτείας έναντι των (αγρίως) φορολογούμενων πολιτών.