Παρ, 07 Αυγ 2020
Αρχική  > Δήμοι

Δημοτικά Συμβούλια: Τι ισχύει για τις υπερωρίες τήρησης πρακτικών στις Συνεδριάσεις

10/7/2020

Τη νομιμότητα δαπάνης για την καταβολή σε Υπαλλήλους αποζημίωσης λόγω υπερωριακής απασχόλησης για την τήρηση πρακτικών των συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου,  έκρινε το Ελεγκτικό Συνέδριο με την αριθμ. 233 /2019 Πράξη του Κλιμακίου Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών στο Ι’ Τμήμα.

Η υπό κρίση περίπτωση αφορούσε την τήρηση των πρακτικών από Υπαλλήλους που ήταν Προϊστάμενοι Τμημάτων του Δήμου, στην Πράξη περιλαμβάνεται πάντως αναλυτική αποτύπωση όλου του σχετικού θεσμικού πλαισίου.

Όπως αναφέρει το ΕλΣυν, στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. Α΄ βαθμού μπορεί να ανατίθεται η τήρηση και σύνταξη των πρακτικών των συνεδριάσεων του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής. Σύμφωνα με το αρ.49 του ΚΚΔΚΥ, στην περίπτωση κατά την οποία οι σχετικές εργασίες εκτελούνται κατ’ απόκλιση προς το κανονικό ωράριο εργασίας του υπαλλήλου, καταβάλλεται στον απασχολούμενο για τον σκοπό αυτό υπερωριακή αποζημίωση, υπολογιζόμενη βάσει των γενικής εφαρμογής μισθολογικών διατάξεων (ήδη, ν.4354/2015), που καταλαμβάνουν ευθέως και τους υπαλλήλους των Δήμων. Επομένως, η προβλεπόμενη στην παρ.4 του αρ.49 του ΚΚΔΚΥ πρόσθετη απασχόληση των υπαλλήλων για την τήρηση των πρακτικών των συνεδριάσεων των οικείων Δημοτικών Συμβουλίων συνιστά ειδική μορφή υπερωριακής απασχόλησης, ήτοι πρόσθετης κατά χρόνο εργασίας προς κάλυψη των σχετικών λειτουργικών αναγκών της υπηρεσίας.

Περαιτέρω, από τη γραμματική διατύπωση της σχετικής διάταξης προκύπτει σαφώς ότι με αυτήν ρυθμίζεται μόνο το ζήτημα της παροχής των σχετικών υπηρεσιών κατ’ απόκλιση από το κανονικό ωράριο εργασίας του υπαλλήλου και η χρηματική αυτής αποτίμηση και όχι η δυνατότητα ανάθεσης προσθέτων κατ’ είδος καθηκόντων σε σχέση με τα ασκούμενα από τον υπάλληλο εντός του τακτικού ωραρίου λειτουργίας της υπηρεσίας καθήκοντα του κλάδου και της ειδικότητάς του, δυνατότητα που παρέχεται μόνο σε περιπτώσεις επιτακτικής και επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης μη δυναμένης να καλυφθεί με άλλο τρόπο.

Εξάλλου, από το σύνολο των διατάξεων που διαγράφουν το πλαίσιο της εργασιακής σχέσης που συστήνεται με το διορισμό ή την πρόσληψη τακτικού προσωπικού στους ΟΤΑ, όπως και από τη γραμματική διατύπωση της παρ.1 του αρ.49, συνάγεται ότι ο υπάλληλος έχει, κατ’ αρχήν, γενική υποχρέωση να εκτελεί κάθε εργασία που προσιδιάζει στα καθήκοντα της θέσης που κατέχει. Επομένως, η τήρηση των πρακτικών συνεδριάσεων αιρετών συλλογικών δημοτικών οργάνων, που εντάσσεται στον κύκλο γραμματειακών καθηκόντων τρέχουσας φύσης, εκτελεστικού χαρακτήρα, χωρίς απαιτήσεις σύνθετων ή αποφασιστικών ενεργειών, προσιδιάζει και, ως εκ τούτου, πρέπει να ανατίθεται κατ’ αρχήν, σε υπάλληλο, ο οποίος και εντός του τακτικού ωραρίου εργασίας του ασκεί ομοειδή διοικητικά - γραμματειακά καθήκοντα.

Τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τμήματος, ως Προϊσταμένου οργανικής μονάδας, τελούν σε συνάρτηση προς τα προσόντα του, τυπικά και ουσιαστικά, σύμφωνα προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας που διέπουν την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης και ενόψει της ανάγκης ορθολογικής οργάνωσης και κατανομής του προσωπικού στις διάφορες υπηρεσίες, ώστε να επιτελεί αποτελεσματικότερα το έργο του, ενώ διαφοροποιούνται ποιοτικά σε σχέση προς τα καθήκοντα των λοιπών υπαλλήλων, που ανήκουν στον ίδιο κλάδο και ειδικότητα, και δεν φέρουν την ιδιότητα Προϊσταμένου Τμήματος.

Ειδικότερα, ο τελευταίος, διευθύνει την οικεία οργανική μονάδα, ενεργεί αποφασιστικά σε επίπεδο Τμήματος και επιτελικά κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της και τη διεκπεραίωση του έργου της, προΐσταται ιεραρχικά και έχει αρμοδιότητα ανάθεσης καθηκόντων στους λοιπούς υπαλλήλους της ίδιας μονάδας, υποδεικνύει τον τρόπο ενέργειας, συντονίζει και κατευθύνει την άσκηση του έργου τους, ακόμα αξιολογεί τους υπαλλήλους της διοικητικής ενότητας.  Ηδιακριτή θέση την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, επιφυλάσσει ο κοινός νομοθέτης στους Προϊσταμένους οργανικών μονάδων υπογραμμίζεται και από τους περιορισμούς που διέπουν τις υπηρεσιακές τους μεταβολές ή μεταβολές της κατάστασής τους, αντίστοιχα δε, εκδηλώνεται και με τη θέσπιση ειδικού επιδόματος, ως ιδιαίτερης αποτίμησης της θέσης ευθύνης που καταλαμβάνουν ή τα καθήκοντα της οποίας ασκούν.

Επομένως, δεν είναι δυνατή, διότι δεν προσιδιάζουν στη θέση του, η ανάθεση καθηκόντων πρακτικογράφου σε υπάλληλο, ο οποίος είτε έχει επιλεγεί ως Προϊστάμενος Τμήματος, βάσει της προβλεπόμενης στις σχετικές διατάξεις διαδικασίας είτε ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου κατόπιν ορισμού του από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, βάσει των οικείων περί αναπλήρωσης των Προϊσταμένων ρυθμίσεων.

Εξαίρεση νοείται στην περίπτωση ανάθεσης των σχετικών καθηκόντων για περιορισμένο χρονικό διάστημα, όταν υπάρχει α) επείγουσα ανάγκη, που δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, ώστε να παρασχεθούν οι σχετικές υπηρεσίες και β) έλλειψη προσωπικού του οικείου κλάδου και ειδικότητας, προς διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της υπηρεσίας, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των παρ.2 και 3 του αρ.35 του ΚΚΔΚΥ.

Αναλυτικότερα, λεπτομέρειες περιλαμβάνονται στην Πράξη του ΕλΣυν ΕΔΩ